- ξενοτροφέω
- ξενο-τροφέω, Gastfreunde, Fremde ernähren, bes. Mietssoldaten halten
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ξενοτροφεῖ — ξενοτροφέω maintain mercenary troops pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ξενοτροφέω maintain mercenary troops pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ξενοτροφεῖν — ξενοτροφέω maintain mercenary troops pres inf act (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ξενοτροφηθείη — ξενοτροφέω maintain mercenary troops aor opt pass 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ξενοτροφοῦντας — ξενοτροφέω maintain mercenary troops pres part act masc acc pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ξενοτροφοῦσαν — ξενοτροφέω maintain mercenary troops pres part act fem acc sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ξενοτροφούσης — ξενοτροφέω maintain mercenary troops pres part act fem gen sg (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ξενοτροφῶν — ξενοτροφέω maintain mercenary troops pres part act masc nom sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐξενοτρόφει — ξενοτροφέω maintain mercenary troops imperf ind act 3rd sg (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)